Όμοιος ομοίω αεί πελάζει: Μητσοτάκης και Πορτοσάλτε συζητούν, οι μικροί επαγγελματίες πληρώνουν
Η σημερινή ραδιοφωνική συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στον ΣΚΑΪ 100,3 και τον Άρη Πορτοσάλτε έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει την ελληνική αγορά. Και ενώ η κυβέρνηση ανακοινώνει νέα ενίσχυση έως 95 εκατομμυρίων ευρώ για τη βιομηχανία, ένα ερώτημα παραμένει ανοιχτό: τι γίνεται με τους μικρούς επαγγελματίες, τους φούρνους, τα ζαχαροπλαστεία και τις επιχειρήσεις εστίασης που καλούνται καθημερινά να αντιμετωπίσουν το κόστος του ρεύματος;
Υπάρχουν συνεντεύξεις που δεν κρίνονται μόνο από τις ερωτήσεις που τίθενται και τις απαντήσεις που δίνονται. Κρίνονται και από το τι αναδεικνύεται, τι μένει στο περιθώριο και ποια ζητήματα αποκτούν πραγματική βαρύτητα στη δημόσια συζήτηση.
Όταν ο πρωθυπουργός επιλέγει να μιλήσει σε έναν δημοσιογράφο με τον οποίο έχει αναπτυχθεί επί χρόνια ένας δημόσιος διάλογος που συχνά κινείται κοντά στις κυβερνητικές θέσεις, είναι εύλογο να εξετάζουμε όχι μόνο το περιεχόμενο των δηλώσεων, αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές παρουσιάζονται.
Η παροιμία «Όμοιος ομοίω αεί πελάζει» δεν χρειάζεται ιδιαίτερες επεξηγήσεις. Σημαίνει ότι οι όμοιοι άνθρωποι τείνουν να συναναστρέφονται μεταξύ τους. Ωστόσο, όταν μεταφέρεται στην πολιτική και στη δημοσιογραφία, δεν αρκεί να περιγράψει μια συνάντηση. Γίνεται αφορμή για ένα ευρύτερο ερώτημα σχετικά με την απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική επιχειρηματολογία και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Και αυτή η απόσταση είναι που αξίζει να συζητήσουμε.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ, Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
Σήμερα, 9 Οκτωβρίου 2026, ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρέθηκε στο μικρόφωνο του ΣΚΑΪ 100,3, συνομιλώντας με τον Άρη Πορτοσάλτε. Μια συνέντευξη που αφορά την πολιτική επικαιρότητα, τις κυβερνητικές επιλογές και τις εξελίξεις που διαμορφώνουν την ατζέντα της ημέρας.
Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι απλώς ποιος πήγε πού και ποιος μίλησε με ποιον. Ούτε χρειάζεται να θεωρήσουμε εκ των προτέρων ότι κάθε ερώτηση ήταν προσυμφωνημένη ή ότι η συνέντευξη δεν είχε δημοσιογραφική αξία. Τέτοια συμπεράσματα απαιτούν συγκεκριμένα στοιχεία.
Το πραγματικό ζήτημα είναι άλλο: πόσο ουσιαστικά ελέγχεται η κυβερνητική πολιτική, πόσο επιμένει ο δημοσιογραφικός λόγος στις αντιφάσεις και πόσο χώρο καταλαμβάνουν τα προβλήματα εκείνων που δεν βρίσκονται στα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Ο πρωθυπουργός έχει κάθε λόγο να παρουσιάζει το κυβερνητικό έργο από τη δική του οπτική. Αυτός είναι ο ρόλος του. Ο ρόλος της δημοσιογραφίας, όμως, δεν είναι να αναπαράγει απλώς αυτή την οπτική. Είναι να τη δοκιμάζει με ερωτήσεις, να ζητά συγκεκριμένες απαντήσεις και να επιμένει εκεί όπου οι εξαγγελίες συναντούν την καθημερινή πραγματικότητα.
Αν μια συνέντευξη περιορίζεται στην παρουσίαση των κυβερνητικών θέσεων, ο πολίτης μπορεί να ενημερωθεί για το τι υποστηρίζει η κυβέρνηση. Δεν είναι βέβαιο, όμως, ότι ενημερώνεται στον ίδιο βαθμό για τις συνέπειες των επιλογών της, για τους ανθρώπους που ωφελούνται και για εκείνους που εξακολουθούν να δυσκολεύονται.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η ουσία της συζήτησης.
ΤΑ 95 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΚΡΟΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ
Στις 6 Οκτωβρίου, από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε νέα ενεργειακή παρέμβαση ύψους έως 95 εκατομμυρίων ευρώ για τη στήριξη της ελληνικής βιομηχανίας. Τα αρμόδια υπουργεία εξειδίκευσαν στη συνέχεια το πλαίσιο της ενίσχυσης, η οποία αφορά επιλέξιμες καταναλώσεις ηλεκτρικής ενέργειας και συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων.
Η κυβερνητική θέση είναι ότι η μείωση του ενεργειακού κόστους μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής και να περιορίσει τις πιέσεις που δέχονται οι βιομηχανικές επιχειρήσεις. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να απορριφθεί χωρίς συζήτηση. Η βιομηχανία έχει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή, στις εξαγωγές, στις θέσεις εργασίας και στην οικονομία συνολικά.
Όμως, η αναγνώριση της ανάγκης στήριξης της βιομηχανίας δεν σημαίνει ότι πρέπει να κλείνουμε τα μάτια στις ανάγκες των υπόλοιπων επαγγελματιών.
Γιατί υπάρχει και η άλλη Ελλάδα. Η Ελλάδα του συνοικιακού φούρνου, του μικρού ζαχαροπλαστείου, της οικογενειακής ταβέρνας, της καφετέριας, του μικρού εστιατορίου και της επιχείρησης που προσπαθεί να κρατήσει ανοιχτό το κατάστημά της, να πληρώσει το ενοίκιο, τους εργαζομένους, τους προμηθευτές και τους λογαριασμούς της.
Ο φούρνος δεν μπορεί να σταματήσει να λειτουργεί όταν αυξάνεται η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος. Οι φούρνοι, οι επαγγελματικοί φούρνοι και τα ψυγεία καταναλώνουν ενέργεια καθημερινά. Το ίδιο συμβαίνει στις κουζίνες των εστιατορίων, στα ψυγεία των καταστημάτων, στα μηχανήματα των ζαχαροπλαστείων και στον εξοπλισμό χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων.
Για αυτούς τους επαγγελματίες, η ενέργεια δεν αποτελεί μια αφηρημένη οικονομική μεταβλητή. Είναι ένα καθημερινό έξοδο που πρέπει να πληρωθεί, ανεξάρτητα από το αν η πελατεία αυξήθηκε, αν οι τιμές των πρώτων υλών ανέβηκαν ή αν το ταμείο της ημέρας επαρκεί για να καλύψει τις υποχρεώσεις.
Και εδώ προκύπτει το ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί: γιατί η ενεργειακή στήριξη αποκτά συγκεκριμένο οικονομικό αποτύπωμα για τη βιομηχανία, ενώ οι μικρομεσαίες ενεργοβόρες επιχειρήσεις, όπως οι φούρνοι και η εστίαση, δεν περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη νέα παρέμβαση;
Δεν πρόκειται για αίτημα να αφαιρεθούν χρήματα από τη βιομηχανία για να δοθούν αλλού. Πρόκειται για απαίτηση να υπάρξει μια συνεκτική πολιτική που να αναγνωρίζει ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος δεν επιβαρύνει μόνο τις μεγάλες παραγωγικές μονάδες.
Αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι πρέπει να στηρίξει την παραγωγή, τότε οφείλει να εξηγήσει με ποια κριτήρια επιλέγονται οι δικαιούχοι, ποιοι μένουν εκτός και αν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο για τις μικρότερες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν αντίστοιχα προβλήματα.
Γιατί και ο μικρός επαγγελματίας παράγει. Παράγει ψωμί, φαγητό, υπηρεσίες, εισόδημα και θέσεις εργασίας. Δεν έχει, όμως, την ίδια οικονομική αντοχή με έναν μεγάλο βιομηχανικό όμιλο ούτε την ίδια δυνατότητα να απορροφήσει για μεγάλο διάστημα τις αυξήσεις στο λειτουργικό του κόστος.
Και όταν η επιχείρηση δεν μπορεί πλέον να απορροφήσει τις επιβαρύνσεις, τότε οι επιλογές είναι περιορισμένες: αυξήσεις τιμών, περιορισμός εξόδων, μείωση προσωπικού ή, στη χειρότερη περίπτωση, κλείσιμο.
Το αποτέλεσμα δεν μένει μέσα στα όρια μιας επιχείρησης. Φτάνει στον εργαζόμενο, στον καταναλωτή, στην τοπική αγορά και στην ίδια την κοινωνία.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν ακούμε διαρκώς για τη σημασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην ελληνική οικονομία. Αν αποτελούν πράγματι τη ραχοκοκαλιά της αγοράς, όπως συχνά υποστηρίζεται, τότε η στήριξή τους δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές διακηρύξεις. Χρειάζεται να αποτυπώνεται και σε συγκεκριμένα μέτρα.
Η κυβέρνηση μπορεί να υποστηρίζει ότι υπάρχουν άλλες παρεμβάσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις ή διαφορετικά χρηματοδοτικά εργαλεία. Αυτά πρέπει να αξιολογούνται ένα προς ένα, με βάση το πραγματικό όφελος που προσφέρουν. Δεν απαντούν, όμως, αυτομάτως στο ειδικό ερώτημα για την ενεργειακή επιβάρυνση ενός μικρού αρτοποιείου ή ενός καταστήματος εστίασης.
Το κρίσιμο δεν είναι να αντιπαραθέσουμε τεχνητά τον βιομήχανο με τον φούρναρη. Το κρίσιμο είναι να εξετάσουμε αν η κρατική πολιτική μοιράζει τις δυνατότητες στήριξης με τρόπο που ανταποκρίνεται στις διαφορετικές ανάγκες της οικονομίας.
Και αυτό απαιτεί καθαρές απαντήσεις, όχι μόνο ανακοινώσεις.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ Ή ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ;
Αυτή είναι και η ουσία της σημερινής συνέντευξης. Όχι το πρόσωπο του πρωθυπουργού απέναντι στο πρόσωπο του δημοσιογράφου, ούτε η προσωπική συμπάθεια ή αντιπάθεια προς τον έναν ή τον άλλον.
Η ουσία είναι αν η δημόσια συζήτηση καταφέρνει να φτάσει μέχρι το σημείο όπου οι κυβερνητικές επιλογές κρίνονται στην πράξη.
Ο Άρης Πορτοσάλτε έχει διαμορφώσει εδώ και χρόνια μια αναγνωρίσιμη παρουσία στον δημόσιο διάλογο και έχει εκφράσει συχνά θέσεις που βρίσκονται κοντά στην κυβερνητική οπτική. Αυτό, από μόνο του, δεν ακυρώνει μια συνέντευξη. Ούτε σημαίνει ότι κάθε συνομιλία με τον πρωθυπουργό είναι αναγκαστικά μια επικοινωνιακή διευκόλυνση.
Είναι, όμως, θεμιτό ο πολίτης να περιμένει επίμονες ερωτήσεις, ιδίως όταν υπάρχουν ζητήματα με άμεσες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.
Για παράδειγμα, η ενεργειακή ενίσχυση της βιομηχανίας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής συζήτησης: Ποιοι κλάδοι θα ωφεληθούν; Ποιο είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα; Ποια θα είναι η επίδραση στο κόστος παραγωγής; Υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη για τις μικρές επιχειρήσεις; Αν όχι, για ποιον λόγο και με ποιο χρονοδιάγραμμα θα εξεταστεί;
Αυτές είναι ερωτήσεις που δεν στρέφονται εναντίον κάποιου προσώπου. Στρέφονται προς την ίδια την πολιτική απόφαση και ζητούν λογοδοσία.
Αντίστοιχα, ο πρωθυπουργός δεν αρκεί να παρουσιάζει τις προθέσεις της κυβέρνησης. Οφείλει να εξηγεί τις προτεραιότητές της και να απαντά στις εύλογες απορίες εκείνων που καλούνται να ζήσουν με τις συνέπειές τους.
Η δημοσιογραφία έχει αξία όταν δεν περιορίζεται στο τι θέλει να πει ένας πολιτικός, αλλά εξετάζει και όσα θα ήθελαν να μάθουν οι πολίτες από αυτόν.
Γιατί η επικαιρότητα δεν βρίσκεται μόνο στις κυβερνητικές ανακοινώσεις, στις διεθνείς συναντήσεις και στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Βρίσκεται επίσης στον επαγγελματία που ανοίγει το κατάστημά του το πρωί χωρίς να γνωρίζει αν ο τζίρος της ημέρας θα καλύψει τις υποχρεώσεις του.
Βρίσκεται στον εργαζόμενο που βλέπει τις τιμές να ανεβαίνουν και στο νοικοκυριό που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε λογαριασμούς, τρόφιμα και ενοίκιο.
Αν αυτοί οι άνθρωποι δεν βρίσκουν επαρκή χώρο στη δημόσια συζήτηση, τότε κάτι λείπει από την εικόνα της επικαιρότητας.
ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ, ΠΟΙΟΝ ΑΚΟΥΕΙ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ;
Το κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την οικονομία ως ένα ενιαίο σύνολο με ίδιες ανάγκες για όλους. Άλλες δυνατότητες έχει μια μεγάλη βιομηχανία, άλλες μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση και άλλες ένας αυτοαπασχολούμενος που εργάζεται καθημερινά για να διατηρήσει το εισόδημά του.
Η στήριξη της βιομηχανίας μπορεί να είναι αναγκαία. Η στήριξη, όμως, των μικρών επαγγελματιών είναι εξίσου σημαντική για την κοινωνική και οικονομική συνοχή. Η μία ανάγκη δεν ακυρώνει την άλλη.
Αυτό που δικαιολογημένα προκαλεί προβληματισμό είναι η απουσία μιας αντίστοιχα συγκεκριμένης απάντησης για όσους αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος, χωρίς να εντάσσονται στο νέο πρόγραμμα των 95 εκατομμυρίων ευρώ.
Δεν ζητούν όλοι το ίδιο μέτρο ούτε είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί το ίδιο μοντέλο ενίσχυσης σε κάθε κλάδο. Ζητούν, όμως, να μη θεωρούνται αόρατοι όταν έρχεται η ώρα της οικονομικής ανακούφισης.
Και εδώ επιστρέφουμε στον τίτλο.
«Όμοιος ομοίω αεί πελάζει». Η φράση μπορεί να λειτουργήσει ως ειρωνικό σχόλιο για μια πολιτική και δημοσιογραφική συνάντηση, αλλά δεν είναι αυτό το σημαντικότερο σημείο. Το σημαντικότερο είναι αν, πίσω από τα μικρόφωνα, ακούγονται και οι άνθρωποι που δεν έχουν πρόσβαση σε αυτά.
Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε με κάθε κυβερνητική απόφαση ούτε να θεωρούμε εκ προοιμίου λανθασμένη κάθε κρατική ενίσχυση. Χρειάζεται να εξετάζουμε ποιον αφορά, ποιο πρόβλημα λύνει και ποια προβλήματα εξακολουθούν να μένουν άλυτα.
Τα 95 εκατομμύρια ευρώ είναι ένα συγκεκριμένο μέτρο, με συγκεκριμένους δικαιούχους και συγκεκριμένο σκοπό. Το ερώτημα για τους μικρούς επαγγελματίες είναι επίσης συγκεκριμένο και δεν απαντάται με επικοινωνιακές διατυπώσεις.
Ο πρωθυπουργός μπορεί να μιλά για την οικονομία και να παρουσιάζει τις επιλογές του. Ο δημοσιογράφος μπορεί να θέτει τα ερωτήματα που κρίνει αναγκαία. Ο πολίτης, όμως, έχει κάθε δικαίωμα να αξιολογεί και τους δύο: τον πρώτο για όσα αποφασίζει και τον δεύτερο για όσα επιλέγει να αναδείξει.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πραγματική αξία μιας συνέντευξης δεν μετριέται μόνο από το πόσα θέματα συζητήθηκαν ή πόσες ειδήσεις προέκυψαν.
Μετριέται και από το αν βοήθησε να φωτιστούν τα προβλήματα που επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων.
Και για τον μικρό επαγγελματία που βλέπει τον λογαριασμό του ρεύματος να φουσκώνει, για τον φούρναρη που πρέπει να ανάψει τους φούρνους του και για τον καταστηματάρχη που προσπαθεί να κρατήσει την επιχείρησή του ανοιχτή, η συζήτηση δεν τελειώνει όταν κλείνουν τα μικρόφωνα.
Τότε αρχίζει η πραγματικότητα.
Tags: #ΣΚΑΪ #πρωθυπουργός #Κυριάκος Μητσοτάκης
- Η ενίσχυση της βιομηχανίας αποτελεί κυβερνητική επιλογή που πρέπει να αξιολογείται με βάση τα αποτελέσματά της στην παραγωγή και στην οικονομία. Η απουσία των μικρών ενεργοβόρων επιχειρήσεων από τη συγκεκριμένη νέα παρέμβαση δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την ισορροπία της ενεργειακής πολιτικής. Η ουσιαστική ενημέρωση προϋποθέτει έλεγχο των αποφάσεων, ανάδειξη των κοινωνικών συνεπειών και σαφείς απαντήσεις προς όλους τους επαγγελματίες
Φωτογραφία | Αρχείου
Φόρτωση τελευταίων άρθρων...
Δείτε τις τελευταίες Ειδήσεις από την Εύβοια , την Ελλάδα και τον Κόσμο , στο styranews.gr
upd: 9/10/26 - 10:22

